- λάθριος,-οσ/α,-ον
- A 0-0-0-1-0=1 Prv 21,14secret; see λαθραῖος
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
λάθριος — λάθριος, ον, θηλ. και ία και ίη (Α) [λάθρα] 1. λαθραίος («κλέμματα λάθρια», Σοφ.) 2. (το θηλ. ως κύριο όν.) ἡ Λαθρίη προσωνυμία τής Αφροδίτης 3. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) λάθρια λαθραία … Dictionary of Greek
λάθριος — secretly masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λαθρίως — λάθριος secretly adverbial λάθριος secretly masc/fem acc pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λάθριον — λάθριος secretly masc/fem acc sg λάθριος secretly neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λαθρίοις — λάθριος secretly masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λαθρίοισιν — λάθριος secretly masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λαθρίου — λάθριος secretly masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λαθρίους — λάθριος secretly masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λαθρίῳ — λάθριος secretly masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λάθρια — λάθριος secretly neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λάθριοι — λάθριος secretly masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)